καμπυλόγραμμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καμπυλόγραμμος η καμπυλόγραμμη το καμπυλόγραμμο
      γενική του καμπυλόγραμμου της καμπυλόγραμμης του καμπυλόγραμμου
    αιτιατική τον καμπυλόγραμμο την καμπυλόγραμμη το καμπυλόγραμμο
     κλητική καμπυλόγραμμε καμπυλόγραμμη καμπυλόγραμμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καμπυλόγραμμοι οι καμπυλόγραμμες τα καμπυλόγραμμα
      γενική των καμπυλόγραμμων των καμπυλόγραμμων των καμπυλόγραμμων
    αιτιατική τους καμπυλόγραμμους τις καμπυλόγραμμες τα καμπυλόγραμμα
     κλητική καμπυλόγραμμοι καμπυλόγραμμες καμπυλόγραμμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καμπυλόγραμμος < καμπύλ(ος) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + -γραμμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομμαργολυπμακ

καμπυλόγραμμος

  1. (γεωμετρία)Κατηγορία:Γεωμετρία (νέα ελληνικά) που έχει ή σχηματίζει καμπύλες γραμμές
  2. (ουσιαστικοποιημένο) καμπυλόγραμμο:
    1. (γεωμετρία)Κατηγορία:Γεωμετρία (νέα ελληνικά) καμπυλόγραμμο σχήμα
    2. όργανο με τη βοήθεια του οποίου σχεδιάζουμε καμπύλες
      μορφές: καμπυλογράφος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομμαργολυπμακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γεωμετρία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραμμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά