καπλαματζής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καπλαματζής οι καπλαματζήδες
      γενική του καπλαματζή των καπλαματζήδων
    αιτιατική τον καπλαματζή τους καπλαματζήδες
     κλητική καπλαματζή καπλαματζήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καπλαματζής < καπλαμάς + -τζής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηζταμαλπακ

καπλαματζής αρσενικό,
  • ο τεχνίτης ξυλουργός που επενδύει ξύλα με καπλαμά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηζταμαλπακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)