καπνοπαραγωγή
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηγωγαραπονπακ
καπνοπαραγωγή θηλυκό (μόνο στον ενικό)
Συγγενικά
Ομώνυμα / Ομόηχα
Μεταφράσεις
καπνοπαραγωγή