καραγκιοζλίκι
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | καραγκιοζλίκι | τα | καραγκιοζλίκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | καραγκιοζλίκι | τα | καραγκιοζλίκια |
| κλητική | καραγκιοζλίκι | καραγκιοζλίκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ικιλζοικγαρακ
καραγκιοζλίκι ουδέτερο
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη καραγκιόζης Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ικιλζοικγαρακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)