καραντεμίρης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καραντεμίρης οι καραντεμίρηδες
      γενική του καραντεμίρη των καραντεμίρηδων
    αιτιατική τον καραντεμίρη τους καραντεμίρηδες
     κλητική καραντεμίρη καραντεμίρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καραντεμίρης < (άμεσο δάνειο) τουρκική Κατηγορία:Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) kara demir (κατά λέξη μαύρο σίδερο)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηριμετναρακ

καραντεμίρης

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κρητικά Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)