καραπουτσακλάρα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | καραπουτσακλάρα | οι | καραπουτσακλάρες |
| γενική | της | καραπουτσακλάρας | — | |
| αιτιατική | την | καραπουτσακλάρα | τις | καραπουτσακλάρες |
| κλητική | καραπουτσακλάρα | καραπουτσακλάρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- καραπουτσακλάρα < καραπουτσάκλ(α) + μεγεθυντικό επίθημα -άραΚατηγορία:Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -άρα (νέα ελληνικά) (με δεύτερο μεγεθυντικόΚατηγορία:Μεγεθυντικά ουσιαστικά (νέα ελληνικά)) < καρα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα καρα- (νέα ελληνικά) + πούτσα + -ακλαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακλα (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αραλκαστυοπαρακ
καραπουτσακλάρα θηλυκό
- (χυδαίο)Κατηγορία:Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά) στην έκφραση στην καραπουτσακλάρα μου: δηλώνει αδιαφορία
Μεταφράσεις
καραπουτσακλάρα
|
→ δείτε τη λέξη πούτσα |
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ακλα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με μεγεθυντικό επίθημα -άρα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα καρα- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεγεθυντικά ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Χυδαιολογίες (νέα ελληνικά)