καρβουνιάρικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- καρβουνιάρικος < καρβουνιάρης + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραινυοβρακ
καρβουνιάρικος
- που έχει σχέση με τον καρβουνιάρη ή τα κάρβουνα ή αναφέρεται σ’ αυτά
- (ουσιαστικοποιημένο) καρβουνιάρικο
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη κάρβουνο
Μεταφράσεις
καρβουνιάρικος
|
|