καρβουνοπωλείο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καρβουνοπωλείο τα καρβουνοπωλεία
      γενική του καρβουνοπωλείου των καρβουνοπωλείων
    αιτιατική το καρβουνοπωλείο τα καρβουνοπωλεία
     κλητική καρβουνοπωλείο καρβουνοπωλεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καρβουνοπωλείο < κάρβουνο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -πωλείοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πωλείο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιελωπονυοβρακ

καρβουνοπωλείο ουδέτερο

Συνώνυμα

  1. καρβουνάδικο
  2. καρβουνιάρικο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιελωπονυοβρακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -πωλείο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)