καροτοπουρές
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- καροτοπουρές < καρότ(ο) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πουρές
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σερυοποτορακ
καροτοπουρές αρσενικό
- (γαστρονομία)Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά): πουρές που γίνεται από καρότα.
Μεταφράσεις
καροτοπουρές
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)