καταβρεχτήρας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- καταβρεχτήρας < καταβρέχω + -τήραςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τήρας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρητχερβατακ
καταβρεχτήρας αρσενικό
- υδροφόρο όχημα με το οποίο καταβρέχουν τους δρόμους, για να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός ή για άλλους λόγους
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαρητχερβατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τήρας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)