καταλογίσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καταλογίσιμος η καταλογίσιμη το καταλογίσιμο
      γενική του καταλογίσιμου της καταλογίσιμης του καταλογίσιμου
    αιτιατική τον καταλογίσιμο την καταλογίσιμη το καταλογίσιμο
     κλητική καταλογίσιμε καταλογίσιμη καταλογίσιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καταλογίσιμοι οι καταλογίσιμες τα καταλογίσιμα
      γενική των καταλογίσιμων των καταλογίσιμων των καταλογίσιμων
    αιτιατική τους καταλογίσιμους τις καταλογίσιμες τα καταλογίσιμα
     κλητική καταλογίσιμοι καταλογίσιμες καταλογίσιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταλογίσιμος < καταλογίζω + -ιμοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιμος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομισιγολατακ

καταλογίσιμος

Αντώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομισιγολατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιμος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά