καταμετρητής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καταμετρητής οι καταμετρητές
      γενική του καταμετρητή των καταμετρητών
    αιτιατική τον καταμετρητή τους καταμετρητές
     κλητική καταμετρητή καταμετρητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταμετρητής < καταμετρώ + -τήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηρτεματακ

καταμετρητής αρσενικό

  1. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) άτομο που καταμετρά
  2. όργανο που καταμετρά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητηρτεματακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)