καταπακτή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταπακτή οι καταπακτές
      γενική της καταπακτής των καταπακτών
    αιτιατική την καταπακτή τις καταπακτές
     κλητική καταπακτή καταπακτές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταπακτή < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) καταπακτή < καταπήγνυμι < κατά + πήγνυμι
Άντρας κατεβαίνει σε καταπακτή.

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ητκαπατακ

καταπακτή θηλυκό

  1. η οριζόντια πόρτα σε δάπεδο ή οροφή που οδηγεί σε ξεχωριστό χώρο
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) που παριστάνονταν, όπως φαίνεται, και στις μέρες του Κ: ένα ξύλινο παλκοσένικο (ίσως με καταπακτές ή σκάλα) με μερικά ζωγραφισμένα τελάρα (που ίσως έχουν και πραγματικές πόρτες), τα οποία δείχνουν την απαιτούμενη πανοραμική όψη μιας πόλης, όπως και ένα παλάτι, και μπορούν να αλλάζουν στη στιγμή (Βάλτερ Πούχνερ, Μελετήματα θεάτρου: το Κρητικό θέατρο, εκδ. Χ. Μπούρα, 1991, σελ. 288)
  2. (οικείο) (συνεκδοχικά) ο χώρος που βρίσκεται πίσω από την καταπακτή (1)

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

ΕπίθετοΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#ητκαπατακ

καταπακτή θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)