καταστηματάρχισσα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταστηματάρχισσα οι καταστηματάρχισσες
      γενική της καταστηματάρχισσας των καταστηματαρχισσών
    αιτιατική την καταστηματάρχισσα τις καταστηματάρχισσες
     κλητική καταστηματάρχισσα καταστηματάρχισσες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταστηματάρχισσα < καταστηματάρχης + κατάληξη θηλυκού -ισσαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ασσιχραταμητσατακ

καταστηματάρχισσα θηλυκό

(επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)  δείτε τη λέξη καταστηματάρχης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ασσιχραταμητσατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ισσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)