καταστιχογράφος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργοχιτσατακ
καταστιχογράφος αρσενικό
- (παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά), λογιστικήΚατηγορία:Λογιστική (νέα ελληνικά)) που κρατά κι ενημερώνει τα κατάστιχα
Υπερώνυμα
Συγγενικά
Μεταφράσεις
καταστιχογράφος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λογιστική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)