καταστρεπτικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καταστρεπτικότητα οι καταστρεπτικότητες
      γενική της καταστρεπτικότητας των καταστρεπτικοτήτων
    αιτιατική την καταστρεπτικότητα τις καταστρεπτικότητες
     κλητική καταστρεπτικότητα καταστρεπτικότητες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

καταστρεπτικότητα < καταστρεπτικός + -ότητα

Προφορά

ΔΦΑ : /ka.ta.stɾe.ptiˈko.ti.ta/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: καταστρεπτικότητα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκιτπερτσατακ

καταστρεπτικότητα θηλυκό στον ενικό

  1. η ιδιότητα του καταστρεπτικού, ο βαθμός στον οποίο κάτι είναι καταστρεπτικό
  2. (ψυχιατρική)Κατηγορία:Ψυχιατρική (νέα ελληνικά) παθολογική τάση προς την καταστροφή

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητοκιτπερτσατακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ψυχιατρική (νέα ελληνικά)