κατηγοριοποιητής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κατηγοριοποιητής οι κατηγοριοποιητές
      γενική του κατηγοριοποιητή των κατηγοριοποιητών
    αιτιατική τον κατηγοριοποιητή τους κατηγοριοποιητές
     κλητική κατηγοριοποιητή κατηγοριοποιητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κατηγοριοποιητής < κατηγορία + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποιητήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιητής (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηιοποιρογητακ

κατηγοριοποιητής αρσενικό

  1. (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά) ταξινομητής
  2. (ειδικότερα) πρόγραμμα που ορίζει τις κατηγορίες (ο ταξινομητής δεν είναι απαραιτήτως και κατηγοριοποιητής)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητηιοποιρογητακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιητής (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)