κατοχυρωτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κατοχυρωτικός < κατοχυρώνω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωρυχοτακ
κατοχυρωτικός
- που έχει σχέση με κατοχύρωση ή αναφέρεται σ’ αυτή
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις κατοχυρώνω και οχυρός
Μεταφράσεις
κατοχυρωτικός
|
|