κατοχυρωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατοχυρωτικός η κατοχυρωτική το κατοχυρωτικό
      γενική του κατοχυρωτικού της κατοχυρωτικής του κατοχυρωτικού
    αιτιατική τον κατοχυρωτικό την κατοχυρωτική το κατοχυρωτικό
     κλητική κατοχυρωτικέ κατοχυρωτική κατοχυρωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατοχυρωτικοί οι κατοχυρωτικές τα κατοχυρωτικά
      γενική των κατοχυρωτικών των κατοχυρωτικών των κατοχυρωτικών
    αιτιατική τους κατοχυρωτικούς τις κατοχυρωτικές τα κατοχυρωτικά
     κλητική κατοχυρωτικοί κατοχυρωτικές κατοχυρωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κατοχυρωτικός < κατοχυρώνω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωρυχοτακ

κατοχυρωτικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτωρυχοτακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά