κεκαλυμμένως

Αρχαία ελληνικά (grc)

Ετυμολογία

κεκαλυμμένως (ελληνιστική κοινή) < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά), αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) κεκαλυμμέν(ος)Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) + -ωςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (ελληνιστική κοινή)

ΕπίρρημαΚατηγορία:Ελληνιστική κοινήΚατηγορία:Επιρρήματα (ελληνιστική κοινή)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σωνεμμυλακεκ

κεκαλυμμένως

Δείτε επίσης

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Επιρρήματα (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (ελληνιστική κοινή)