κεκηλημένος

Αρχαία ελληνικά (grc)

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική κεκηλημένος κεκηλημένη τὸ κεκηλημένον
      γενική τοῦ κεκηλημένου τῆς κεκηλημένης τοῦ κεκηλημένου
      δοτική τῷ κεκηλημέν τῇ κεκηλημέν τῷ κεκηλημέν
    αιτιατική τὸν κεκηλημένον τὴν κεκηλημένην τὸ κεκηλημένον
     κλητική ! κεκηλημένε κεκηλημένη κεκηλημένον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ κεκηλημένοι αἱ κεκηλημέναι τὰ κεκηλημέν
      γενική τῶν κεκηλημένων τῶν κεκηλημένων τῶν κεκηλημένων
      δοτική τοῖς κεκηλημένοις ταῖς κεκηλημέναις τοῖς κεκηλημένοις
    αιτιατική τοὺς κεκηλημένους τὰς κεκηλημένᾱς τὰ κεκηλημέν
     κλητική ! κεκηλημένοι κεκηλημέναι κεκηλημέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ κεκηλημένω τὼ κεκηλημέν τὼ κεκηλημένω
      γεν-δοτ τοῖν κεκηλημένοιν τοῖν κεκηλημέναιν τοῖν κεκηλημένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σονεμηληκεκ

κεκηλημένος, -η, -ον

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Μετοχές (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές με κλίση 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λελυμένος' (αρχαία ελληνικά)