κερατινοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κερατινοποιημένος η κερατινοποιημένη το κερατινοποιημένο
      γενική του κερατινοποιημένου της κερατινοποιημένης του κερατινοποιημένου
    αιτιατική τον κερατινοποιημένο την κερατινοποιημένη το κερατινοποιημένο
     κλητική κερατινοποιημένε κερατινοποιημένη κερατινοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κερατινοποιημένοι οι κερατινοποιημένες τα κερατινοποιημένα
      γενική των κερατινοποιημένων των κερατινοποιημένων των κερατινοποιημένων
    αιτιατική τους κερατινοποιημένους τις κερατινοποιημένες τα κερατινοποιημένα
     κλητική κερατινοποιημένοι κερατινοποιημένες κερατινοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κερατινοποιημένος < κερατίνη + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποιημένοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιημένος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοπονιταρεκ

κερατινοποιημένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοπονιταρεκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιημένος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά