κερματοπλυντήριο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κερματοπλυντήριο τα κερματοπλυντήρια
      γενική του κερματοπλυντηρίου
& κερματοπλυντήριου
των κερματοπλυντηρίων
    αιτιατική το κερματοπλυντήριο τα κερματοπλυντήρια
     κλητική κερματοπλυντήριο κερματοπλυντήρια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία el

κερματοπλυντήριο < κερματο- + πλυντήριο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιρητνυλποταμρεκ

ουδέτερο
ενικός αριθμός: το κερματοπλυντήριο (el)
πληθυντικός αριθμός: τα κερματοπλυντήρια (el)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)