κλασική μηχανική
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κλασική μηχανική | ||
| γενική | της | κλασικής μηχανικής | ||
| αιτιατική | την | κλασική μηχανική | ||
| κλητική | κλασική μηχανική | |||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιναχημηκισαλκ
κλασική μηχανική θηλυκό
- (μηχανική)Κατηγορία:Μηχανική (νέα ελληνικά) κλάδος της φυσικής που μελετά την κίνηση των σωμάτων και τα αίτια αυτής της κίνησης υπό την επίδραση των δυνάμεων
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
κλασική μηχανική
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μηχανική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)