κλειδαριθμώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κλειδαριθμώ < κλειδάριθμος + -ώ
Προφορά
- ΔΦΑ : /kli.ða.ɾiθˈmo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κλει‐δα‐ριθ‐μώ
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωμθιραδιελκ
κλειδαριθμώ, πρτ.: κλειδαριθμούσα, αόρ.: κλειδαρίθμησα, παθ.φωνή: κλειδαριθμούμαι, π.αόρ.: κλειδαριθμήθηκα, μτχ.π.π.: κλειδαριθημένος
- προστατεύω με κλειδάριθμο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η μορφή αυτή τεχνολογίας τυποποιεί και διαβιβάζει αυθεντικά και έγκυρα εντολές μεταφοράς κεφαλαίων σε διάφορα νομίσματα. Διευκολύνει κυρίως την εργασία των κατωτέρων και σε μικρότερο βαθμό των μεσαίων στελεχών, που διαφορετικά θα έπρεπε να κλειδαριθμούν και να αποκλειδαριθμούν τα μηνύματα που αποστέλλουν ή λαμβάνουν.
- Γεωργιάδου, Άννα (1997) Αναβάθμιση της τεχνολογίας και μεσαία στελέχη: τραπεζικός τομέας [μεταπτυχιακή εργασία] Θεσσαλονίκη: Πανεπιστήμιο Μακεδονίας σελ. 29 @dspace.lib.uom.gr
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) — Κλειδαρίθμηση (Το μήνυμα κλειδαριθμείται αυτόματα)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Ίδια λειτουργία επιτελεί και το σύστημα SET (Secure Electronic Transaction), με το οποίο τα στοιχεία κλειδαριθμούνται με αλγόριθμο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η μορφή αυτή τεχνολογίας τυποποιεί και διαβιβάζει αυθεντικά και έγκυρα εντολές μεταφοράς κεφαλαίων σε διάφορα νομίσματα. Διευκολύνει κυρίως την εργασία των κατωτέρων και σε μικρότερο βαθμό των μεσαίων στελεχών, που διαφορετικά θα έπρεπε να κλειδαριθμούν και να αποκλειδαριθμούν τα μηνύματα που αποστέλλουν ή λαμβάνουν.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κλειδαριθμώ | κλειδαριθμούσα | θα κλειδαριθμώ | να κλειδαριθμώ | κλειδαριθμώντας | |
| β' ενικ. | κλειδαριθμείς | κλειδαριθμούσες | θα κλειδαριθμείς | να κλειδαριθμείς | (κλειδαρίθμει) | |
| γ' ενικ. | κλειδαριθμεί | κλειδαριθμούσε | θα κλειδαριθμεί | να κλειδαριθμεί | ||
| α' πληθ. | κλειδαριθμούμε | κλειδαριθμούσαμε | θα κλειδαριθμούμε | να κλειδαριθμούμε | ||
| β' πληθ. | κλειδαριθμείτε | κλειδαριθμούσατε | θα κλειδαριθμείτε | να κλειδαριθμείτε | κλειδαριθμείτε | |
| γ' πληθ. | κλειδαριθμούν(ε) | κλειδαριθμούσαν(ε) | θα κλειδαριθμούν(ε) | να κλειδαριθμούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κλειδαρίθμησα | θα κλειδαριθμήσω | να κλειδαριθμήσω | κλειδαριθμήσει | ||
| β' ενικ. | κλειδαρίθμησες | θα κλειδαριθμήσεις | να κλειδαριθμήσεις | κλειδαρίθμησε | ||
| γ' ενικ. | κλειδαρίθμησε | θα κλειδαριθμήσει | να κλειδαριθμήσει | |||
| α' πληθ. | κλειδαριθμήσαμε | θα κλειδαριθμήσουμε | να κλειδαριθμήσουμε | |||
| β' πληθ. | κλειδαριθμήσατε | θα κλειδαριθμήσετε | να κλειδαριθμήσετε | κλειδαριθμήστε | ||
| γ' πληθ. | κλειδαρίθμησαν κλειδαριθμήσαν(ε) |
θα κλειδαριθμήσουν(ε) | να κλειδαριθμήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κλειδαριθμήσει | είχα κλειδαριθμήσει | θα έχω κλειδαριθμήσει | να έχω κλειδαριθμήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις κλειδαριθμήσει | είχες κλειδαριθμήσει | θα έχεις κλειδαριθμήσει | να έχεις κλειδαριθμήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει κλειδαριθμήσει | είχε κλειδαριθμήσει | θα έχει κλειδαριθμήσει | να έχει κλειδαριθμήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κλειδαριθμήσει | είχαμε κλειδαριθμήσει | θα έχουμε κλειδαριθμήσει | να έχουμε κλειδαριθμήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε κλειδαριθμήσει | είχατε κλειδαριθμήσει | θα έχετε κλειδαριθμήσει | να έχετε κλειδαριθμήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κλειδαριθμήσει | είχαν κλειδαριθμήσει | θα έχουν κλειδαριθμήσει | να έχουν κλειδαριθμήσει |
| |
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κλειδαριθμούμαι | κλειδαριθμούμουν | θα κλειδαριθμούμαι | να κλειδαριθμούμαι | ||
| β' ενικ. | κλειδαριθμείσαι | κλειδαριθμούσουν | θα κλειδαριθμείσαι | να κλειδαριθμείσαι | ||
| γ' ενικ. | κλειδαριθμείται | κλειδαριθμούνταν | θα κλειδαριθμείται | να κλειδαριθμείται | ||
| α' πληθ. | κλειδαριθμούμαστε | κλειδαριθμούμασταν κλειδαριθμούμαστε |
θα κλειδαριθμούμαστε | να κλειδαριθμούμαστε | ||
| β' πληθ. | κλειδαριθμείστε | κλειδαριθμούσασταν κλειδαριθμούσαστε |
θα κλειδαριθμείστε | να κλειδαριθμείστε | κλειδαριθμείστε | |
| γ' πληθ. | κλειδαριθμούνται | κλειδαριθμούνταν | θα κλειδαριθμούνται | να κλειδαριθμούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κλειδαριθμήθηκα | θα κλειδαριθμηθώ | να κλειδαριθμηθώ | κλειδαριθμηθεί | ||
| β' ενικ. | κλειδαριθμήθηκες | θα κλειδαριθμηθείς | να κλειδαριθμηθείς | κλειδαριθμήσου | ||
| γ' ενικ. | κλειδαριθμήθηκε | θα κλειδαριθμηθεί | να κλειδαριθμηθεί | |||
| α' πληθ. | κλειδαριθμηθήκαμε | θα κλειδαριθμηθούμε | να κλειδαριθμηθούμε | |||
| β' πληθ. | κλειδαριθμηθήκατε | θα κλειδαριθμηθείτε | να κλειδαριθμηθείτε | κλειδαριθμηθείτε | ||
| γ' πληθ. | κλειδαριθμήθηκαν κλειδαριθμηθήκαν(ε) |
θα κλειδαριθμηθούν(ε) | να κλειδαριθμηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω κλειδαριθμηθεί | είχα κλειδαριθμηθεί | θα έχω κλειδαριθμηθεί | να έχω κλειδαριθμηθεί | κλειδαριθημένος | |
| β' ενικ. | έχεις κλειδαριθμηθεί | είχες κλειδαριθμηθεί | θα έχεις κλειδαριθμηθεί | να έχεις κλειδαριθμηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει κλειδαριθμηθεί | είχε κλειδαριθμηθεί | θα έχει κλειδαριθμηθεί | να έχει κλειδαριθμηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε κλειδαριθμηθεί | είχαμε κλειδαριθμηθεί | θα έχουμε κλειδαριθμηθεί | να έχουμε κλειδαριθμηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε κλειδαριθμηθεί | είχατε κλειδαριθμηθεί | θα έχετε κλειδαριθμηθεί | να έχετε κλειδαριθμηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν κλειδαριθμηθεί | είχαν κλειδαριθμηθεί | θα έχουν κλειδαριθμηθεί | να έχουν κλειδαριθμηθεί | ||
Μεταφράσεις
κλειδαριθμώ
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρούμαι»
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)