κλεφτοσυκάς

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κλεφτοσυκάς οι κλεφτοσυκάδες
      γενική του κλεφτοσυκά των κλεφτοσυκάδων
    αιτιατική τον κλεφτοσυκά τους κλεφτοσυκάδες
     κλητική κλεφτοσυκά κλεφτοσυκάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κλεφτοσυκάς < κλέφτης + σύκο + -άς

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακυσοτφελκ

κλεφτοσυκάς αρσενικό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)