κλεφτοσυκάς
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακυσοτφελκ
κλεφτοσυκάς αρσενικό
- αυτός που κλέβει σύκα από κάποιον άλλο Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σακυσοτφελκ