κλιματογραφία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλιματογραφία οι κλιματογραφίες
      γενική της κλιματογραφίας των κλιματογραφιών
    αιτιατική την κλιματογραφία τις κλιματογραφίες
     κλητική κλιματογραφία κλιματογραφίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κλιματογραφία < κλίματ(ος) + -ο- + -γραφίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραφία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιφαργοταμιλκ

κλιματογραφία θηλυκό

  • η καταγραφή και μελέτη του κλίματος, μέρος της κλιματολογίας

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιφαργοταμιλκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραφία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)