κλιματοθεραπεία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλιματοθεραπεία οι κλιματοθεραπείες
      γενική της κλιματοθεραπείας των κλιματοθεραπειών
    αιτιατική την κλιματοθεραπεία τις κλιματοθεραπείες
     κλητική κλιματοθεραπεία κλιματοθεραπείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κλιματοθεραπεία < κλίμα + -θεραπείαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά)  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεπαρεθοταμιλκ

κλιματοθεραπεία θηλυκό

  • (παρωχημένο) υποτιθέμενη θεραπευτική μέθοδος με χρήση κλιματικών συνθηκών

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεπαρεθοταμιλκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -θεραπεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)