κλουκούτιασμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κλουκούτιασμα τα κλουκουτιάσματα
      γενική του κλουκουτιάσματος των κλουκουτιασμάτων
    αιτιατική το κλουκούτιασμα τα κλουκουτιάσματα
     κλητική κλουκούτιασμα κλουκουτιάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κλουκούτιασμα < κλουκουτάω + -μαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά) < αρωμουνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρωμουνικά (νέα ελληνικά) klukutésku (παφλάζω, αναταράζω)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμσαιτυοκυολκ

κλουκούτιασμα ουδέτερο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμσαιτυοκυολκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -μα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρωμουνικά (νέα ελληνικά)