κοκκινοτρίχης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοκκινοτρίχης οι κοκκινοτρίχηδες
      γενική του κοκκινοτρίχη των κοκκινοτρίχηδων
    αιτιατική τον κοκκινοτρίχη τους κοκκινοτρίχηδες
     κλητική κοκκινοτρίχη κοκκινοτρίχηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κοκκινοτρίχης < κόκκινος + -ο- + τρίχα + -ης

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηχιρτονικκοκ

κοκκινοτρίχης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηχιρτονικκοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)