κοκκινοφάσουλο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοκκινοφάσουλο τα κοκκινοφάσουλα
      γενική του κοκκινοφάσουλου των κοκκινοφάσουλων
    αιτιατική το κοκκινοφάσουλο τα κοκκινοφάσουλα
     κλητική κοκκινοφάσουλο κοκκινοφάσουλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ολυοσαφονικκοκ

κοκκινοφάσουλο ουδέτερο βλ. κοκκινοφάσολο

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ολυοσαφονικκοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)