κολεκτιβοποιώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κολεκτιβοποιώ < κολεκτίβα + -ποιώΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποβιτκελοκ
κολεκτιβοποιώ
- (οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά), πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)) εφαρμόζω τον κολεκτιβισμό
- (ειδικότερα) η διαδικασία της μετατροπής της ατομικής αγροτικής ιδιοκτησίας και καλλιέργειας σε συλλογική με τη δημιουργία αγροτικής κολεκτίβας (κολχόζ)
Ταυτόσημα
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
κολεκτιβοποιώ