κολοκυθοκορφάδες
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κολοκυθοκορφάδες < πληθυντικός του κολοκυθοκορφάδα
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σεδαφροκοθυκολοκ
κολοκυθοκορφάδες θηλυκό στον πληθυντικό
- οι τρυφεροί βλαστοί της κολοκυθιάς
- φαγητό που γίνεται από τα τρυφερά βλαστάρια της κολοκυθιάς
- κολοκυθοκορφάδες τσιγαριστές
Σημειώσεις
- προσοχή! στον ενικό, αλλάζει το νόημα της λέξης!
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
κολοκυθοκορφάδες
|
|