κομματοσκυλίαση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κομματοσκυλίαση οι κομματοσκυλιάσεις
      γενική της κομματοσκυλίασης* των κομματοσκυλιάσεων
    αιτιατική την κομματοσκυλίαση τις κομματοσκυλιάσεις
     κλητική κομματοσκυλίαση κομματοσκυλιάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, κομματοσκυλιάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κομματοσκυλίαση < κομματόσκυλο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησαιλυκσοταμμοκ

κομματοσκυλίαση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησαιλυκσοταμμοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)