κοπαδιάρικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κοπαδιάρικος < κοπαδιάρης + κοπαδιάρ(ης) + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραιδαποκ
κοπαδιάρικος
- (δημοτική)Κατηγορία:Δημοτική (νέα ελληνικά) που έχει σχέση με κοπάδι ή κοπαδιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτά [1]
Συγγενικά
- κοπαδιαστά (επίρρημα)
- κοπαδιαστός
→ και δείτε τη λέξη κοπάδι
Μεταφράσεις
κοπαδιάρικος
|
|
Αναφορές
- ↑ κοπαδιάρικος — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)