κορπορατιστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κορπορατιστικός η κορπορατιστική το κορπορατιστικό
      γενική του κορπορατιστικού της κορπορατιστικής του κορπορατιστικού
    αιτιατική τον κορπορατιστικό την κορπορατιστική το κορπορατιστικό
     κλητική κορπορατιστικέ κορπορατιστική κορπορατιστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κορπορατιστικοί οι κορπορατιστικές τα κορπορατιστικά
      γενική των κορπορατιστικών των κορπορατιστικών των κορπορατιστικών
    αιτιατική τους κορπορατιστικούς τις κορπορατιστικές τα κορπορατιστικά
     κλητική κορπορατιστικοί κορπορατιστικές κορπορατιστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κορπορατιστικός < κορπορατισμός + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιταροπροκ

κορπορατιστικός

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσιταροπροκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά