κοσμηματογραφία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κοσμηματογραφία < κοσμηματογράφος + -ίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιφαργοταμημσοκ
κοσμηματογραφία θηλυκό
- η εργασία / το επάγγελμα του κοσμηματογράφου
Μεταφράσεις
κοσμηματογραφία
|
|