κοσμηματογραφικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κοσμηματογραφικός < κοσμηματογράφος / κοσμηματογραφία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιφαργοταμημσοκ
κοσμηματογραφικός
- που έχει σχέση με τον κοσμηματογράφο ή την κοσμηματογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτά
Μεταφράσεις
κοσμηματογραφικός
|
|