κουλουρατζής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουλουρατζής οι κουλουρατζήδες
      γενική του κουλουρατζή των κουλουρατζήδων
    αιτιατική τον κουλουρατζή τους κουλουρατζήδες
     κλητική κουλουρατζή κουλουρατζήδες
Κατηγορία όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κουλουρατζής < κουλούρια + -τζής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηζταρυολυοκ

κουλουρατζής αρσενικό

  1. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) γενικά ο πλανόδιος πωλητής κουλουριών (τύπου Θεσσαλονίκης)
  2. ειδικότερα ο πρόχειρα εγκατεστημένος σε πεζοδρόμιο πωλητής κουλουριών

Συνώνυμα

* κουλουρτζής
* κουλουριτζής
* κουλούριας (με χρήση περισσότερο σκωπτική)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηζταρυολυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μπαλωματής' (νέα ελληνικά)