κουλτουριάρικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουλτουριάρικος η κουλτουριάρικη το κουλτουριάρικο
      γενική του κουλτουριάρικου της κουλτουριάρικης του κουλτουριάρικου
    αιτιατική τον κουλτουριάρικο την κουλτουριάρικη το κουλτουριάρικο
     κλητική κουλτουριάρικε κουλτουριάρικη κουλτουριάρικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουλτουριάρικοι οι κουλτουριάρικες τα κουλτουριάρικα
      γενική των κουλτουριάρικων των κουλτουριάρικων των κουλτουριάρικων
    αιτιατική τους κουλτουριάρικους τις κουλτουριάρικες τα κουλτουριάρικα
     κλητική κουλτουριάρικοι κουλτουριάρικες κουλτουριάρικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κουλτουριάρικος < κουλτουριάρης + -ικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραιρυοτλυοκ

κουλτουριάρικος

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιραιρυοτλυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά