κουμμερκιάρης
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηραικρεμμυοκ
κουμμερκιάρης αρσενικό
- (παρωχημένο) (ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) τελώνης
- (παρωχημένο) (ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) που εισπράττει το κομμέρκιον (τελωνειακό δασμό)
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
κουμμερκιάρης
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)