κουμμερκιάρης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουμμερκιάρης οι κουμμερκιάρηδες
      γενική του κουμμερκιάρη των κουμμερκιάρηδων
    αιτιατική τον κουμμερκιάρη τους κουμμερκιάρηδες
     κλητική κουμμερκιάρη κουμμερκιάρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κουμμερκιάρης < μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) κομμερκιάριος < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) commerciarius

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηραικρεμμυοκ

κουμμερκιάρης αρσενικό

  1. (παρωχημένο) (ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) τελώνης
  2. (παρωχημένο) (ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) που εισπράττει το κομμέρκιον (τελωνειακό δασμό)

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηραικρεμμυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)