κουνελότρυπα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κουνελότρυπα < κουνέλ(ι) +-ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + τρύπα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#απυρτολενυοκ
κουνελότρυπα θηλυκό
- η τρύπα που οδηγεί στην κουνελοφωλιά
Μεταφράσεις
κουνελότρυπα