κουρτινόβεργα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουρτινόβεργα οι κουρτινόβεργες
      γενική της κουρτινόβεργας των κουρτινόβεργων
    αιτιατική την κουρτινόβεργα τις κουρτινόβεργες
     κλητική κουρτινόβεργα κουρτινόβεργες
Κατηγορία όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κουρτινόβεργα < κουρτίνα + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + βέργα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αγρεβονιτρυοκ

κουρτινόβεργα θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αγρεβονιτρυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)