κουσκουσουρεύω
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωυερυοσυοκσυοκ
κουσκουσουρεύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | κουσκουσουρεύω | κουσκουσούρευα | θα κουσκουσουρεύω | να κουσκουσουρεύω | κουσκουσουρεύοντας | |
| β' ενικ. | κουσκουσουρεύεις | κουσκουσούρευες | θα κουσκουσουρεύεις | να κουσκουσουρεύεις | κουσκουσούρευε | |
| γ' ενικ. | κουσκουσουρεύει | κουσκουσούρευε | θα κουσκουσουρεύει | να κουσκουσουρεύει | ||
| α' πληθ. | κουσκουσουρεύουμε | κουσκουσουρεύαμε | θα κουσκουσουρεύουμε | να κουσκουσουρεύουμε | ||
| β' πληθ. | κουσκουσουρεύετε | κουσκουσουρεύατε | θα κουσκουσουρεύετε | να κουσκουσουρεύετε | κουσκουσουρεύετε | |
| γ' πληθ. | κουσκουσουρεύουν(ε) | κουσκουσούρευαν κουσκουσουρεύαν(ε) |
θα κουσκουσουρεύουν(ε) | να κουσκουσουρεύουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κουσκουσούρεψα | θα κουσκουσουρέψω | να κουσκουσουρέψω | κουσκουσουρέψει | ||
| β' ενικ. | κουσκουσούρεψες | θα κουσκουσουρέψεις | να κουσκουσουρέψεις | κουσκουσούρεψε | ||
| γ' ενικ. | κουσκουσούρεψε | θα κουσκουσουρέψει | να κουσκουσουρέψει | |||
| α' πληθ. | κουσκουσουρέψαμε | θα κουσκουσουρέψουμε | να κουσκουσουρέψουμε | |||
| β' πληθ. | κουσκουσουρέψατε | θα κουσκουσουρέψετε | να κουσκουσουρέψετε | κουσκουσουρέψτε | ||
| γ' πληθ. | κουσκουσούρεψαν κουσκουσουρέψαν(ε) |
θα κουσκουσουρέψουν(ε) | να κουσκουσουρέψουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω κουσκουσουρέψει | είχα κουσκουσουρέψει | θα έχω κουσκουσουρέψει | να έχω κουσκουσουρέψει | ||
| β' ενικ. | έχεις κουσκουσουρέψει | είχες κουσκουσουρέψει | θα έχεις κουσκουσουρέψει | να έχεις κουσκουσουρέψει | ||
| γ' ενικ. | έχει κουσκουσουρέψει | είχε κουσκουσουρέψει | θα έχει κουσκουσουρέψει | να έχει κουσκουσουρέψει | ||
| α' πληθ. | έχουμε κουσκουσουρέψει | είχαμε κουσκουσουρέψει | θα έχουμε κουσκουσουρέψει | να έχουμε κουσκουσουρέψει | ||
| β' πληθ. | έχετε κουσκουσουρέψει | είχατε κουσκουσουρέψει | θα έχετε κουσκουσουρέψει | να έχετε κουσκουσουρέψει | ||
| γ' πληθ. | έχουν κουσκουσουρέψει | είχαν κουσκουσουρέψει | θα έχουν κουσκουσουρέψει | να έχουν κουσκουσουρέψει |
| |
Μεταφράσεις
κουσκουσουρεύω
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εύω (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)