κουτούτσικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουτούτσικος η κουτούτσικη το κουτούτσικο
      γενική του κουτούτσικου της κουτούτσικης του κουτούτσικου
    αιτιατική τον κουτούτσικο την κουτούτσικη το κουτούτσικο
     κλητική κουτούτσικε κουτούτσικη κουτούτσικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουτούτσικοι οι κουτούτσικες τα κουτούτσικα
      γενική των κουτούτσικων των κουτούτσικων των κουτούτσικων
    αιτιατική τους κουτούτσικους τις κουτούτσικες τα κουτούτσικα
     κλητική κουτούτσικοι κουτούτσικες κουτούτσικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κουτούτσικος < υποκοριστικό του κουτός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιστυοτυοκ

κουτούτσικος , -η/-ια, -ο

  • ειρωνικά ή χαϊδευτικά ο λίγο κουτός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιστυοτυοκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά