κρεατέμπορας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | κρεατέμπορας | οι | κρεατέμπορες |
| γενική | του | κρεατέμπορα | των | κρεατέμπορων |
| αιτιατική | τον | κρεατέμπορα | τους | κρεατέμπορες |
| κλητική | κρεατέμπορα | κρεατέμπορες | ||
| Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη. Συγκρίνετε την κλίση του κρεατέμπορος. | ||||
| Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- κρεατέμπορας < κρεάτ(ων) + -έμποραςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -έμπορας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαροπμεταερκ
κρεατέμπορας αρσενικό
- (λαϊκότροποΚατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά), επάγγελμαΚατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)) άλλη μορφή του κρεατέμπορος
Μεταφράσεις
κρεατέμπορας
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -έμπορας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)