κρεατοπαραγωγικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρεατοπαραγωγικός η κρεατοπαραγωγική το κρεατοπαραγωγικό
      γενική του κρεατοπαραγωγικού της κρεατοπαραγωγικής του κρεατοπαραγωγικού
    αιτιατική τον κρεατοπαραγωγικό την κρεατοπαραγωγική το κρεατοπαραγωγικό
     κλητική κρεατοπαραγωγικέ κρεατοπαραγωγική κρεατοπαραγωγικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρεατοπαραγωγικοί οι κρεατοπαραγωγικές τα κρεατοπαραγωγικά
      γενική των κρεατοπαραγωγικών των κρεατοπαραγωγικών των κρεατοπαραγωγικών
    αιτιατική τους κρεατοπαραγωγικούς τις κρεατοπαραγωγικές τα κρεατοπαραγωγικά
     κλητική κρεατοπαραγωγικοί κρεατοπαραγωγικές κρεατοπαραγωγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κρεατοπαραγωγικός < κρεατοπαραγωγ(ή) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγαραποταερκ

κρεατοπαραγωγικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγωγαραποταερκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά