κρεατοπαραγωγικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κρεατοπαραγωγικός < κρεατοπαραγωγ(ή) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγαραποταερκ
κρεατοπαραγωγικός, -ή, -ό
- σχετικός με την κρεατοπαραγωγή
Μεταφράσεις
κρεατοπαραγωγικός
|
|