κρεμανταλάδικος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρεμανταλάδικος η κρεμανταλάδικη το κρεμανταλάδικο
      γενική του κρεμανταλάδικου της κρεμανταλάδικης του κρεμανταλάδικου
    αιτιατική τον κρεμανταλάδικο την κρεμανταλάδικη το κρεμανταλάδικο
     κλητική κρεμανταλάδικε κρεμανταλάδικη κρεμανταλάδικο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρεμανταλάδικοι οι κρεμανταλάδικες τα κρεμανταλάδικα
      γενική των κρεμανταλάδικων των κρεμανταλάδικων των κρεμανταλάδικων
    αιτιατική τους κρεμανταλάδικους τις κρεμανταλάδικες τα κρεμανταλάδικα
     κλητική κρεμανταλάδικοι κρεμανταλάδικες κρεμανταλάδικα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κρεμανταλάδικος < κρεμανταλάς + -άδικος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιδαλατναμερκ

κρεμανταλάδικος, -η, -ο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιδαλατναμερκ

κρεμανταλάδικος αρσενικό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιδαλατναμερκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)