κρεμμυδοροδέλα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- κρεμμυδοροδέλα < κρεμμύδι + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ροδέλα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αλεδοροδυμμερκ
κρεμμυδοροδέλα θηλυκό
- (γαστρονομίαΚατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά), συνήθως στον πληθυντικό) τηγανητό κρομμύδι σε σχήμα ροδέλας ή δακτυλίου
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
κρεμμυδοροδέλα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)