κρεοφάγος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κρεοφάγος η κρεοφάγος
& κρεοφάγα
το κρεοφάγο
      γενική του κρεοφάγου της κρεοφάγου
& κρεοφάγας
του κρεοφάγου
    αιτιατική τον κρεοφάγο την κρεοφάγο
& κρεοφάγα
το κρεοφάγο
     κλητική κρεοφάγε κρεοφάγε
& κρεοφάγα
κρεοφάγο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κρεοφάγοι οι κρεοφάγοι
& κρεοφάγες
τα κρεοφάγα
      γενική των κρεοφάγων των κρεοφάγων των κρεοφάγων
    αιτιατική τους κρεοφάγους τις κρεοφάγους
& κρεοφάγες
τα κρεοφάγα
     κλητική κρεοφάγοι κρεοφάγοι
& κρεοφάγες
κρεοφάγα
ομάδα '-ος -ος -ο & -α', Κατηγορία όπως «ζημιογόνος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ος -ος -ο & -α' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζημιογόνος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

κρεοφάγος < κρεο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κρεο- (νέα ελληνικά) + -φάγοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φάγος (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογαφοερκ

κρεοφάγος, -α, -ο

Σημειώσεις

Σήμερα απ' το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται συχνά μόνο ο λόγιος τύπος του θηλυκού γένους στον πολυλεκτικό όρο Εβδομάδα της Κρεοφάγου ο οποίος σημαίνει τη 2η εβδομάδα της περιόδου των Αποκριών. Η Πέμπτη της εβδομάδας αυτής ονομάζεται Τσικνοπέμπτη.

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογαφοερκ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ος -ος -ο & -α' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ζημιογόνος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φάγος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα κρεο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά