κρεούργησις
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κρεούργησις, ήδη το 1889 [1] < κρεουργῶ, κρεουργη- + -σιςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -σις (καθαρεύουσα)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚαθαρεύουσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)
κρεούργησις, -εως θηλυκό
Αναφορές
- ↑ κρεούργησις, σελ.571, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
Πηγές
- ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σισηγρυοερκ